
Εν έτει 2019 γινόμαστε όλοι μάρτυρες της εξαιρετικά τρομακτικής ανόδου των ακραίων ιδεολογιών, των ακραίων απόψεων και γενικότερα της υιοθέτησης ακραίων, μη δημοκρατικών πρακτικών. Ακραίες πρακτικές που προέρχονται από κάθε ιδεολογικό φάσμα, χωρίς χρωματισμούς.
Αναμφίβολα όλες αυτές οι ακραίες «νοοτροπίες», που γίνονται αντιληπτές σε πολλές πτυχές της καθημερινότητας του σύγχρονου ανθρώπου, ξεπροβάλλουν έχοντας ως αφορμή προβλήματα και δύσκολες καταστάσεις του παρόντος, οι οποίες χρήζουν άμεσης επίλυσης. Απόρροια των πρακτικών αυτών είναι η παρακώλυση της δημοκρατικής λειτουργίας του κράτους και της κοινωνίας.
Εάν λοιπόν έπρεπε να ονοματίσουμε την «πηγή του κακού», το βασικό αυτό πρόβλημα, που αφήνει την κοινωνία να χωλαίνει σε πολιτικό, κοινωνικό και πολιτειακό επίπεδο, θα συμφωνούσαν όλοι σε κάτι κοινό; Θα κατέληγαν οι πολίτες της εκάστοτε χώρας σε ένα βασικό και ιδεολογικά αποδεκτό απ’ όλους «τρωτό» σημείο της σημερινής κοινωνίας, το οποίο οδηγεί σε ακραίες συμπεριφορές;
Νομίζω πως όχι!
Πρώτα απ’ όλα το λεγόμενο «πρόβλημα» δεν είναι ένα, αδιαίρετο και μονοσήμαντο. Έχει κι αυτό με την σειρά του, την δική του υπόσταση και τις δικές του πτυχές. Κοινώς αποδεκτό είναι πως η χώρα διανύει μια περίοδο πολιτικής κρίσης, κατ’ επέκταση κρίση ολόκληρου του πολιτικού και κομματικού συστήματος, ενώ πιο συγκεκριμένα γίνεται λόγος και για κρίση πολιτικής αντιπροσώπευσης. Οι πολιτικοί ηγέτες της χώρας και οι υφιστάμενοι τους αδυνατούν να χειριστούν, όλα τα ζητήματα που προκύπτουν, είτε αυτά υπάρχουν στο εσωτερικό της χώρας είτε αφορούν θέματα εξωτερικής πολιτικής και στρατηγικής της, μη έχοντας μια ενιαία εθνική πολιτική.
Φλέγοντα ζητήματα της περιόδου είναι το λεγόμενο «Σκοπιανό ζήτημα» που ταλανίζει επί δεκαετίες την χώρα, ακόμα και μετά την υπογραφή της συμφωνίας των Πρεσπών και οι πλέον συγκρουσιακές σχέσεις με την γείτονα αλλά πάντοτε ανταγωνίστρια Τουρκία. Η δε προσφυγική κρίση σε συνδυασμό με την οικονομική καχεξία των χωρών, την αύξηση της ανεργίας, τις περικοπές στο κράτος πρόνοιας, την απορρύθμιση στην αγορά εργασίας, αποτελούν διαρκή όπλα στη φαρέτρα επιχειρημάτων της άλογης κατ’ ουσία ρητορικής των ακραίων ιδεολογιών, τόσο της Ελλάδας όσο και γενικότερα της Ευρώπης.
Η σημερινή λοιπόν πολυδιάστατη κρίση δεν περιορίζεται μέσα στην Βουλή, αλλά έχει εισχωρήσει βαθιά μέσα στην κοινωνία και την έχει διχάσει για μια ακόμα φορά στην Ελληνική ιστορία.
Ας επιστρέψουμε όμως στο βασικό ερώτημα, είναι όντως ένα κοινό για όλους το «πρόβλημα» που οδηγεί σε ακραίες πράξεις και δηλώσεις; Σαφώς δεν είναι δύσκολο να συλλάβουμε και να κατανοήσουμε, πως βασικό παράγοντα στον τρόπο σκέψης του κάθε ανθρώπου και κατ΄ επέκταση στις ενέργειες του, διαδραματίζει η ιδεολογία, οι προσδοκίες, τα οφέλη και τα βιώματα. Υπάρχον ακραίοι Δεξιοί, ακραίοι Αριστεροί, ακραίοι αντιφασίστες, αναρχικοί, ακόμα και ακραίοι απλώς άνθρωποι, που περνούν τα όρια της «γκρίζας ζώνης» του απολιτίκ.
Δεν μπορούμε λοιπόν να κατηγορούμε για τα ακραία φαινόμενα, που εμφανίζονται είτε δειλά είτε πρόδηλα μέσα στην κοινωνία, ένα γεγονός, μια κυβέρνηση, έναν πολιτικό ή έναν πολίτη. Αυτό που οδηγεί τους ανθρώπους σε ακραίες ιδεολογίες είναι πλήθος ερεθισμάτων, συγκυριών, φορτισμένων συναισθημάτων αλλά κυρίως ελλιπής γνώση και παιδεία. Και τοποθετώ εδώ την λέξη «κυρίως», διότι όλα αγαπητέ αναγνώστη είναι κατά βάση θέμα παιδείας και εκπαίδευσης.
Οι «αδικοχαμένες» θέσεις εργασίας, η δαιδαλώδης ερμηνεία της οικονομικής και πολιτικής κρίσης, οι «καταποντισμένοι» μισθοί και ούτω καθεξής, είναι φυσικό να προβληματίζουν, να απογοητεύουν, να οδηγούν πολλές φορές σε απόγνωση τους πολίτες, αλλά δεν νοείται η τόσο εύκολη υιοθέτηση ακραίων πρακτικών. Το ίδιο ισχύει και σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, που επηρεάζουν άμεσα έναν λαό στο σύνολο του, όπως λόγου χάρη η συμφωνία κ.Ζάεβ- κ.Τσίπρα για το Σκοπιανό, που έθιξε την εθνική συνείδηση της πλειονότητας των Ελλήνων και θεωρήθηκε πολιτικό ατόπημα το ότι δεν λήφθηκε υπόψιν η αρνητική στάση του Ελληνικού λαού στην απόφαση, που πάρθηκε από τους πολιτικούς ηγέτες της χώρας. Ωστόσο δεν υπάρχει κανένας γραπτός ή άγραφος νόμος, ο οποίος να ευαγγελίζεται ακραίες πρακτικές κατά του πολιτικού γίγνεσθαι, κατά της έννομης τάξης, κατά των δυνάμεων ασφαλείας και φυσικά κατά της δημόσιας ή ιδιωτικής περιουσίας.
Μήπως τελικά τείνει να θεωρηθεί αυτούσια πολιτική ιδεολογία το να είναι κανείς ακραίος; Υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι εκφράζονται αποκλειστικά μέσα από ακραίες ιδέες και πρακτικές; Ερωτήματα που δεν μπορούν να απαντηθούν ακόμα με σιγουριά. Ελπίζουμε οι απαντήσεις να μας δοθούν με σιγουριά στο άμεσο μέλλον και να είναι αρνητικές!!!
Γράφει η Δήμητρα Ευθυμιάδου, γεννημένη το 1998, ούσα προπτυχιακή φοιτήτρια του τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.