
Σε φιλικό πνεύμα συνεργασίας πραγματοποιήθηκε εχθές, Πέμπτη 29 Αυγούστου, η συνάντηση του Έλληνα Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με την Γερμανίδα Καγκελάριο, Άγκελα Μέρκελ.
Μόλις 50 ημέρες μετά τις εκλογές της 7ης Ιουλίου, έλαβε χώρα η επίσκεψη του Πρωθυπουργού στην Γερμανική πρωτεύουσα, στέλνοντας ηχηρά μηνύματα και τονίζοντας ότι για την Ελλάδα η περίοδος οικονομικής καθήλωσης έχει παρέλθει.
Η Καγκελάριος Μέρκελ υποδέχθηκε τον Έλληνα πρωθυπουργό μπροστά από την είσοδο της Καγκελαρίας, ενώ περπάτησαν μαζί στο κόκκινο χαλί και χαιρέτισαν από κοινού τα μέλη των δύο κυβερνήσεων που συμμετείχαν στις συζητήσεις. Πιο συγκεκριμένα η κ. Μέρκελ είπε «Χαίρομαι που μου δίνεται η ευκαιρία να καλωσορίσω τον κ. Μητσοτάκη. Έχουμε συναντηθεί συχνά στο παρελθόν, αλλά πρώτη φορά τώρα με την νέα ιδιότητά του». Τόνισε, ακόμα, πως ήδη έχει γίνει σημαντική πρόοδος και πως το «κλίμα έχει βελτιωθεί».
Πολυποίκιλα ήταν τα θέματα που συζητήθηκαν μεταξύ των δύο ηγετών, το μεσημέρι της Πέμπτης, με βασικότερους άξονες συζήτησης και συνεργασίας την οικονομία, την ανάπτυξη και τις επενδύσεις, τις διμερείς σχέσεις, καθώς και τα θέματα ασφαλείας και άμυνας.
Στο πλαίσιο των καλών διμερών σχέσεων Ελλάδας- Γερμανίας, η κ. Μέρκελ σημείωσε ότι η ώθηση που έχει δοθεί στην Ελλάδα είναι σημαντική και πως οι δύο χώρες συμμερίζονται πολλές απόψεις. Επίσης επισήμανε πως, σε ό,τι αφορά τις μεταρρυθμίσεις, η νέα κυβέρνηση είναι συνεπής και εφαρμόζει όσα είχε παρουσιάσει ήδη προεκλογικώς.
Ο Έλληνας Πρωθυπουργός, από την πλευρά του, έφερε και πάλι στο προσκήνιο τις λέξεις-κλειδιά, αξιοπιστία και εμπιστοσύνη. Άλλωστε, σε ερώτηση που δέχθηκε για τα πρωτογενή πλεονάσματα και το χρέος έστειλε μήνυμα ότι η Ελλάδα θα τηρήσει τους στόχους της, το 2019 και το 2020, προκειμένου να φέρει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, τη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων από το 2021.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδωσε πάλι ιδιαίτερη βαρύτητα στον τομέα της ανάπτυξης και των επενδύσεων και τόνισε το γεγονός ότι όσο πιο ισχυρή είναι η ανάπτυξη στην Ελλάδα, τόσο πιο βιώσιμο είναι το ελληνικό χρέος. Από την πλευρά της, η Γερμανία θεωρεί, πως το κάλεσμα της Ελλάδας για επενδύσεις μέσα σε ένα ευνοϊκότερο κλίμα, όπως και οι ιδιωτικοποιήσεις που σκοπεύει να δρομολογήσει η νέα κυβέρνηση, θα δώσουν σημαντικές δυνατότητες επενδύσεων από Γερμανικές εταιρίες.
Άλλωστε, οι δύο χώρες ετοιμάζουν από κοινού ένα μεγάλο επενδυτικό πρόγραμμα, έως τα τέλη του έτους. Το επενδυτικό αυτό πρόγραμμα δίνει έμφαση στην πράσινη ανάπτυξη, την προστασία του περιβάλλοντος, τις ανανεώσιμες πήγες ενέργειας, τη διαχείριση απορριμμάτων και τις φιλικές προς το περιβάλλον παραγωγικές δραστηριότητες, πάντοτε στο πλαίσιο συνεργασίας για την αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής.
Επιπλέον ανάμεσα στον κ. Μητσοτάκη και την κ. Μέρκελ διεξήχθη συζήτηση για το προσφυγικό. Η Αθήνα άλλωστε έχει δηλώσει, ότι προσβλέπει στη στήριξη των εταίρων για την φύλαξη των συνόρων, υπογραμμίζοντας ότι δεν είναι δυνατόν να «σηκώνουν το βάρος οι χώρες πρώτης υποδοχής». Πιο συγκεκριμένα, έγινε ειδική μνεία στην εξωτερική φύλαξη των συνόρων, η οποία πρέπει να βελτιωθεί, σε συνεργασία τόσο με την Ευρωπαϊκή ένωση, όσο και συγκεκριμένα με την Γερμανία.
Τέλος, στο τραπέζι «έπεσε» και το ζήτημα των παράνομων κινήσεων και ενεργειών της Τουρκίας τόσο στην Κυπριακή ΑΟΖ, όσο και στην Ελληνική υφαλοκρηπίδα. Η κοινές απόψεις των δύο ηγετών φάνηκε πως ταυτίζονται και σε αυτό το πεδίο εξωτερικής πολιτικής, γεγονός που φέρνει τις δύο χώρες ακόμα πιο κοντά.
Το ταξίδι στο Βερολίνο αποτελεί το δεύτερο στον Ευρωπαϊκό χώρο, έπειτα από την συνάντηση με τον Γάλλο Πρόεδρο Μακρόν, στο Παρίσι, την περασμένη εβδομάδα. Η συνάντηση με την Γερμανίδα καγκελάριο ήταν εξίσου επιτυχής, αφού επιβεβαιώθηκαν οι κοινές επιδιώξεις και οι κοινοί άξονες πολιτικής των δύο χωρών. Η συνάντηση αυτή έκλεισε με περισσότερο ενδιαφέρον, καθώς ο Έλληνας Πρωθυπουργός μίλησε άπταιστα Γερμανικά στο πλαίσιο της συνέντευξης του, πράγμα που έδειξε να εξέπληξε ιδιαίτερα, με θετικό τρόπο, την Γερμανίδα Καγκελάριο.
Γράφει η Δήμητρα Ευθυμιάδου, γεννημένη το 1998, ούσα προπτυχιακή φοιτήτρια του τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.