ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΜΜΑΤΙΚΗ ΤΑΥΤΙΣΗ ΣΤΗΝ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ ΤΩΝ ΨΗΦΟΦΟΡΩΝ

Σε μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία, όπως είναι η ελληνική αλλά και όλες πλέον οι δημοκρατίες στον πλανήτη, το ανώτατο όργανο του κράτους, που είναι ο λαός, ασκεί την εξουσία του μέσω των εκλογών. Έτσι λοιπόν, το δικαίωμα της ψήφου, στην πλειονότητα των κρατών με δημοκρατικό πολίτευμα, είναι θεμελιώδες πολιτικό δικαίωμα. Καθώς όμως οι ψηφοφόροι κατέχουν αυτό το δικαίωμα της επιλογής της ψήφου, προκύπτει ένα βασικό ερώτημα το οποίο έχει μελετηθεί εκτενώς και αφορά την εύρεση και το καθορισμό των πραγματικών κριτηρίων που επηρεάζουν την ψήφο του εκάστοτε πολίτη.

Το επιστημονικό πεδίο που ερευνά τους παράγοντες που επηρεάζουν τα κριτήρια ψήφου είναι αυτό της «ανάλυσης της εκλογικής συμπεριφοράς». Έχουν διατυπωθεί αρκετές θεωρίες οι οποίες έχουν κατηγοριοποιηθεί σε «σχολές σκέψης», όπως είναι η Σχολή του Κολούμπια, το μοντέλο της Σχολής του Μίσιγκαν (Μοντέλο Κομματικής Ταύτισης), το Κοινωνιολογικό Μοντέλο στην Ευρώπη, το Μοντέλο Ορθολογικής Επιλογής, κ.ά.

Υπάρχουν διάφορες μελέτες και έρευνες που μιλούν για το Μοντέλο Κομματικής Ταύτισης, το οποίο εμφανίζεται κυρίως μέχρι τις δεκαετίες του ΄60 και του ΄70. Στον Ευρωπαϊκό χώρο, το συγκεκριμένο μοντέλο εκλογικής συμπεριφοράς ήταν το σύνηθες, αφού οι πολίτες ψήφιζαν τα κόμματα με τα οποία ταυτίζονταν και ένιωθαν ότι τους εκφράζουν κυρίως στο κομμάτι της θρησκείας, της εθνικής ταυτότητας και της κοινωνικής τάξης. Η ιδεολογία και τα πιστεύω του κάθε πολίτη ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα με ένα συγκεκριμένο κόμμα, το οποίο υποστήριζε με πάθος συνήθως στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Η κομματική αυτή ταύτιση εντάσσεται περισσότερο σε ένα κοινωνιολογικού τύπου μοντέλο παρά σε κάποιο κατά βάση ορθολογικό.

Έως την δεκαετία του ΄60-‘70 λοιπόν, η ψήφος καθοριζόταν κυρίως από κοινωνικούς παράγοντες και αυτό λειτουργούσε περίπου αντανακλαστικά. Τα πράγματα άλλαξαν μετά την δεκαετία του ΄80 όταν ο πολίτης άρχισε να απομακρύνεται από το κόμμα και ο δεσμός που έως τότε είχαν άρχισε να εξασθενεί. Φυσικά η αποσύνδεση αυτή δεν ήταν ένα γρήγορο γεγονός, ούτε και εμφανίσθηκε ως κεραυνός εν αιθρία.

Συγκεκριμένα στον Ελλαδικό χώρο, η αποσύνδεση των ψηφοφόρων από το κόμμα άργησε να παρουσιαστεί σε σχέση με τον υπόλοιπο Ευρωπαϊκό κόσμο, αφού τέτοια φαινόμενα στην χώρα μας είδαμε κυρίως, μετά το πέρασμα στον 21ο αιώνα. Φυσικά, όταν μιλάμε για τέτοιου είδους αποσύνδεση πρέπει να γίνεται κατανοητό ότι αναφερόμαστε σε εξασθένηση κάποιου δεσμού και όχι στην εξαφάνιση του.

Πιο συγκεκριμένα, οι αιτίες που οδήγησαν στην εξασθένηση του δεσμού πολίτη-πολιτικού, είναι και πολιτικές και κοινωνικές. Πολιτικά θα μπορούσαμε να πούμε πως σημαντικό ρόλο έπαιξαν τα σκάνδαλα που μετά το ΄80 πλήθαιναν, η ακατάσχετη παροχολογία που οδήγησε σε απίστευτες σπατάλες χρημάτων, η αίσθηση ότι τα κόμματα και οι πολιτικοί ενδιαφέρονται μόνο για ίδιον όφελος κ.α. Κοινωνικά, εκτός του ότι η ενημέρωση των πολιτών έγινε πολυποίκιλη μέσω της τηλεόρασης παίρνοντας την θέση του κομματικού τύπου, θα μπορούσαμε να πούμε ακόμα πως η μόρφωση επεκτάθηκε και εν μέρει απελευθέρωσε το μέσο πολίτη από τα στερεότυπα και τις μικροκομματικές αντιλήψεις.

Έτσι, έπειτα από τις αλλαγές αυτών των δεκαετιών, προέκυψε ένα νέο μοντέλο καθορισμού της ψήφου, αυτό της ορθολογικής επιλογής. Στην ορθολογική επιλογή εντάσσονται καινούργια κριτήρια που διαμορφώνουν την ψήφο και αυτά είναι τα πολιτικά ζητήματα, η οικονομία, η εικόνα του πολιτικού κόμματος και η αξιοπιστία του ηγέτη. Ο ψηφοφόρος πλέον επηρεάζεται από τα παραπάνω, σύμφωνα πάντα  όμως και με την δική του λογική και τα δικά του συμφέροντα.

Σημαντικό παράδειγμα ορθολογικής επιλογής (Fiorina 1981) αποτελεί και η λεγόμενη «ψήφος απολογισμού», στην οποία ο ψηφοφόρος ψηφίζει με βάση τις επιδόσεις της κυβέρνησης, γεγονός που καταδεικνύει το πέρασμα από μια ψήφο παθητική σε μια άλλη περισσότερο ενεργητική. Έτσι την θέση της παραδοσιακής αντανακλαστικής ψήφου πήρε η ψήφος που στέκεται κριτικά απέναντι σε οποιαδήποτε απόφαση του κάθε κόμματος και την αξιολογεί είτε αρνητικά είτε θετικά.

Στις μέρες μας λοιπόν ο φανατισμός και η πλήρης αφοσίωση σε ένα κόμμα, θα μπορούσαμε να πούμε πως έχει εξασθενίσει αλλά σε καμία περίπτωση δεν έχει εκλείψει. Ο ψηφοφόρος κυρίως αξιολογεί και πράττει σύμφωνα με την δική του λογική. Κατά την γνώμη μου, η ιδεολογία και τα κοινωνικό-οικονομικά κριτήρια ποτέ δεν θα εκλείψουν (χωρίς αυτό να είναι κακό) αλλά θα συνυπάρχουν με την λογική, την ικανότητα αξιολόγησης και της ορθής κριτικής του εκάστοτε ψηφοφόρου.

Γράφει η Δήμητρα Ευθυμιάδου, γεννημένη το 1998, ούσα προπτυχιακή φοιτήτρια του τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Σχολιάστε