ΣΕ ΤΙ ΔΙΑΦΕΡΕΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ;

Πολεμικές και τρομοκρατικές ενέργειες δοκιμάζουν καθημερινά  το πλαίσιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σε τέτοιο βαθμό που το πλαίσιο αυτό φαίνεται να καταρρέει. Είναι δύσκολο να βρεθεί χώρος για ανθρώπινα δικαιώματα, όταν την ίδια στιγμή η ανθρώπινη ζωή βρίσκεται στο στόχαστρο, ή ακόμα και όταν λογαριάζεται ως «παράπλευρη απώλεια» έπειτα από μια μαζική βομβιστική επίθεση.

Εν καιρώ πολέμου, πόσο δε μάλλον μακροχρόνιου, τα ανθρώπινα δικαιώματα επηρεάζονται στο σύνολο τους. Τα συστήματα υγείας καταρρέουν, η εκπαίδευση εγκαταλείπεται, και η στέγη, η εργασία, προμήθειες τροφής και πόσιμου νερού, το σύστημα της δικαιοσύνης, η ελευθερία του τύπου, της ελεύθερης έκφρασης, και η λογοδοσία για καταχρήσεις από το κράτος- ή από το αντίπαλο εχθρικό κράτος- συναντούν όλα εμπόδια και περιορισμούς, αν δεν εξαφανίζονται εντελώς.  Σύμφωνα όμως με το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, η  προστασία που παρέχουν οι Συμβάσεις για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, δεν τίθενται σε παύση σε περίπτωση ένοπλης σύρραξης.

Ο πόλεμος και η τρομοκρατία κλονίζουν αδιαμφισβήτητα την ανθρωπότητα, καθώς υποβιβάζουν και αποσιωπούν τις αξίες που βρίσκονται στην καρδιά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων- και του νομικού συστήματος που τα θωρακίζει. Πάραυτα, ακόμα και εν μέσω ενός τέτοιου κλονισμού, τα ανθρώπινα δικαιώματα συνεχίζουν να υφίστανται και συνεχίζουν να παρέχουν μια ελάχιστη προστασία και κάποια ελπίδα για δικαιοσύνη.  Πόλεμοι και καταστάσεις έκτακτης ανάγκης επιτρέπουν σε κράτη να υποτιμούν – η να θέτουν προσωρινά σε σίγαση- κάποιες από τις νομικές τους δεσμεύσεις. Ωστόσο, θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, όπως το δικαίωμα στην ζωή ή η απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπων ή εξευτελιστικών ποινών, δεν δύναται να παρακαμφθούν, καθώς θεωρούνται τόσο σημαντικά, που πρέπει να επιτηρούνται ακόμη και όταν η εθνική ασφάλεια δοκιμάζεται.

Πότε όμως ένας πόλεμος θεωρείται πόλεμος;

Ο πόλεμος και η τρομοκρατία ομοιάζουν σε πολλά σημεία. Και οι δύο καταστάσεις εμπεριέχουν πράξεις ακραίας βίας, και οι δύο υποκινούνται από πολιτικούς, ιδεολογικούς, οικονομικούς ή στρατηγικούς σκοπούς, και οι δύο προκαλούνται από μια ομάδα ατόμων εναντίον κάποιας άλλης. Οι επιπτώσεις και του πολέμου και της τρομοκρατίας είναι επιβλαβείς για πολλές μερίδες ενός πληθυσμού- είτε κατευθύνονται προς αυτές, είτε όχι.

Ο πόλεμος, όμως, τείνει να είναι πιο εκτεταμένος χωρικά και χρονικά και η καταστροφή που επιφέρει είναι πιθανότερο να είναι ολέθρια, επειδή ένας πόλεμος συνήθως διεξάγεται από κράτη με στρατεύματα και τεράστια οπλοστάσια στην κατοχή τους. Μια τρομοκρατική οργάνωση σπάνια κατέχει τους επαγγελματικούς και οικονομικούς πόρους, που κατέχει ένα κράτος. Πέρα όμως από τις μεθόδους, τις τακτικές και το βαθμό βίας, ο πόλεμος και η τρομοκρατία προσεγγίζονται διαφορετικά από το διεθνές δίκαιο. Οι διαφορές τους δεν είναι πάντοτε ξεκάθαρες, και ειδήμονες ακόμη, ίσως διαφωνήσουν στο εάν μια βίαιη εκστρατεία πρέπει να λογίζεται ως τρομοκρατία, εμφύλιος πόλεμος, εξέγερση, αυτό-άμυνα, θεμιτή αυτοδιάθεση, ή ως κάτι διαφορετικό. Χαρακτηριστικά παραδείγματα του περασμένου αιώνα αποτελούν οι Τσετσένοι, οι Κούρδοι, οι Παλαιστίνιοι και Ιρλανδοί που έβλεπαν όλοι τον εαυτό τους ως μαχόμενο έναν πόλεμο ενάντια σε ένα αποικιοκρατικό έθνος. Πολλά έθνη-κράτη, από την άλλη, πάντα θεωρούσαν τις πράξεις αυτών των ομάδων τρομοκρατικές. Πώς μπορούμε επομένως να αποφασίσουμε ποιος όρος είναι ο ορθός;

Στην προσπάθεια να ορίσει κανείς τον πόλεμο, συναντά πολλά προβλήματα. Οι πόλεμοι συχνά ορίζονται από το γεγονός, ότι λαμβάνουν χώρα ανάμεσα σε έθνη-κράτη. Αυτό όμως δεν αφήνει χώρο για έναν εμφύλιο πόλεμο ή τον  περίφημο «Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας». Πολλές φορές μια επίσημη κήρυξη πολέμου νοείται ως χαρακτηριστικό μιας πράξης πολέμου, αλλά αυτό αποκλείει χαμηλής έντασης βομβιστικές εκστρατείες που λαμβάνουν χώρα επί σειρά ετών, όπως οι επιθέσεις των ΗΠΑ στα σύνορα του Πακιστάν  ή στις ζώνες απαγόρευσης πτήσης που αναγγέλθηκαν στο Ιράκ την δεκαετία του 90’. Επιπρόσθετα, θα πρέπει ο ορισμός του πολέμου να συμπεριλαμβάνει τους οικονομικούς ή εμπορικούς πολέμους, οι οποίοι μπορούν να είναι εξίσου ολέθριοι για την ανθρώπινη ζωή; Είναι οι οικονομικές και οι εμπορικές κυρώσεις μια μορφή πολέμου; H UNICEF εκτιμά ότι οι κυρώσεις στο Ιράκ την δεκαετία του 1990 οδήγησαν σε θάνατο πάνω από μισό εκατομμύριο παιδιά (και πολλούς ενήλικες). Ο διάσημος θεωρητικός του πολέμου και Πρώσος στρατηγός, Carl Von Clausewitz, όρισε τον πόλεμο ως τη συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα. Ως πράξη ισχύος δηλαδή, που εξαναγκάζει τον εχθρό να υποταχθεί σε ένα θέλημα. Άρα λογικά θα συμφωνούσε.

Τι συνιστά όμως τρομοκρατία;

H τρομοκρατία αποτελεί ακόμη έναν όρο που πολλοί είναι έτοιμοι να χρησιμοποιήσουν, αλλά κανένας δεν μπορεί να συμφωνήσει σε έναν ακριβή ορισμό. Ακόμη και οι ειδήμονες  διαφωνούν για το πως αυτός ο όρος βρίσκει εφαρμογή. Ακόμη και αν υπάρχουν εκατοντάδες διαφορετικοί ορισμοί για την τρομοκρατία, δεν υπάρχει ένας κοινά και καθολικά αποδεκτός. Αυτή η έλλειψη συμφωνίας έχει πολλά πρακτικά αποτελέσματα. Για παράδειγμα, ο ΟΗΕ δεν έχει καταφέρει να θεσπίσει μια σύμβαση κατά της τρομοκρατίας, παρά το γεγονός ότι προσπαθεί για πάνω από 60 έτη, και αυτό οφείλεται στην αδυναμία των Μελών να συμφωνήσουν σε έναν κοινό ορισμό. Η τρομοκρατία έχει οριστεί ως εκφοβισμός με σκοπό: o τρόμος έχει στόχο να εξαναγκάσει κάποιους να κάνουν πράγματα που ειδάλλως δεν θα έκαναν. Ένα εύλογο ερώτημα που εγείρεται βάσει ενός τέτοιου ορισμού είναι το εξής : θα πρέπει η απειλή για χρήση πυρηνικής βόμβας από ένα κράτος να ταξινομηθεί ως τρομοκρατία;

Όσον αφορά στην ταξινόμηση πράξεων ως τρομοκρατικές, κάποια από τα παρακάτω κριτήρια έχουν χρησιμοποιηθεί ως σημαντικές ενδείξεις. Ειδικοί επί του θέματος και πάλι δεν συμφωνούν με όλα. Ένα κριτήριο είναι ότι η πράξη είναι πολιτικά υποκινούμενη. Μια τρομοκρατική πράξη έχει έναν στόχο, ο οποίος είναι «μεγαλύτερος», και πιο στρατηγικός από τις άμεσες συνέπειες της ίδιας της πράξης. Έτσι, για παράδειγμα, μια βομβιστική επίθεση σε πολίτες στοχεύει στον επηρεασμό της κοινής γνώμης, ώστε να ασκηθεί πίεση σε μια κυβέρνηση. Δεύτερο κριτήριο συνιστά η απειλή χρήσης ή η χρήση βίας. Πολλοί θεωρούν ότι ακόμη και η απλή απειλή χρήσης βίας, αν γίνει πιστευτή, μπορεί εξίσου να αποτελέσει μια τρομοκρατική ενέργεια, διότι πολύ απλά, προκαλεί φόβο σε αυτούς τους οποίους κατευθύνεται και έτσι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για πολιτικούς στόχους. Τρίτο κριτήριο, είναι ότι η τρομοκρατική ενέργεια είναι σχεδιασμένη να έχει ένα ισχυρό ψυχολογικό αντίκτυπο. Οι τρομοκρατικές πράξεις λέγεται συχνά ότι είναι αυθαίρετες ή τυχαίες σε χαρακτήρα, αλλά στην πραγματικότητα οι τρομοκρατικές οργανώσεις επιλέγουν τους στόχους τους πολύ προσεκτικά, προκειμένου να μεγιστοποιήσουν την επιδιωκόμενη αντίδραση, και επίσης, όπου δύναται,  χτυπούν τα σύμβολα ενός καθεστώτος. Τέταρτο κριτήριο είναι ότι η τρομοκρατία είναι ενέργεια παρακρατικών ομάδων και όχι κρατών. Αυτό πιθανόν να αποτελεί το πιο διφορούμενο ανάμεσα στους διάφορους παρατηρητές και ειδικούς. Τα έθνη-κράτη χρησιμοποιούν από την πλευρά τους, αυτό το στοιχείο, ως την ουσία μιας τρομοκρατικής ενέργειας, αλλά αν περιορίσουμε την προέλευση τρομοκρατικών πράξεων αποκλειστικά σε μη κρατικούς δρώντες, τότε έχουμε πιθανότατα κλείσει τα μάτια σε πολλές βίαιες πράξεις που πηγάζουν από τα ίδια τα κράτη. Μπορούν κράτη να προβούν σε τρομοκρατικές ενέργειες; Το πέμπτο κριτήριο θέλει την τρομοκρατία  να στοχεύει σκόπιμα σε πολίτες. Και αυτό το κριτήριο, επίσης ,αμφισβητείται από πολλούς ειδικούς σε θέματα τρομοκρατίας, καθώς αποκλείει την πιθανότητα επιθέσεις να προορίζονται ενάντια σε στρατιωτικό προσωπικό, πολιτικούς ή αστυνομικούς.

Κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα, ο όρος τρομοκρατία είχε συσχετιστεί περισσότερο με ομάδες που δρούσαν μέσα σε ένα κράτος με στόχο να το ανατρέψουν, και λιγότερο με συστήματα κρατικής τρομοκρατίας. Επαναστατικές ομάδες σε όλη την Ευρώπη συχνά προσέφευγαν στην βία προκειμένου να ανατρέψουν κυβερνήτες ή κρατικές δομές που θεωρούσαν ως καταπιεστικές ή άδικες. Η αγαπημένη τακτική που χρησιμοποιούσαν γενικότερα ήταν η δολοφονία και ανάμεσα στις «επιτυχίες» τους ήταν η δολοφονία ενός Ρώσου Τσάρου, ενός Γάλλου Προέδρου, ενός Αυστρο-Ούγγρου Αυτοκράτορα και ενός Ιταλού Βασιλιά.

Ο εικοστός αιώνας, που αποτέλεσε τον πιο τρομερό από άποψη αριθμού θυμάτων και ίσως βαθμού απανθρωπιάς και βαναυσότητας των μεθόδων, βρήκε και κυβερνήσεις και παρακρατικές ομάδες να προσφεύγουν στην χρήση βίας για την επιδίωξη των πολιτικών τους στόχων. Από τα τέλη όμως του αιώνα, ήταν σχεδόν αποκλειστικά μη κρατικοί δρώντες που χαρακτηρίστηκαν τρομοκρατικές οργανώσεις. Οι παρακρατικές ομάδες είναι συχνά οπλισμένες, και χρηματοδοτούνται ή ακόμα και εκπαιδεύονται από άλλα κράτη. Κάνει αυτό τα κράτη αυτά που προετοιμάζουν και υποστηρίζουν τρομοκρατικές οργανώσεις, τρομοκρατικά κράτη;

Φαίνεται ότι είναι αρκετά δύσκολο να ορίσει κανείς τον πόλεμο και την τρομοκρατία και αυτό οφείλεται στους πρακτικούς λόγους, που αναλύθηκαν παραπάνω, αλλά και σε πολιτικούς. Ο στόχος του χαρακτηρισμού μιας ομάδας ως τρομοκρατικής από ένα κράτος έχει ως σκοπό την αφαίρεση της πολιτικής της νομιμοποίησης. Επομένως τα πολιτικά της αιτήματα δεν είναι διαπραγματεύσιμα, καθώς δεν αναγνωρίζεται ως αντίπαλος.  Από την άλλη, αν μια τρομοκρατική ομάδα καταφέρει να εδραιωθεί ως επαναστατική-απελευθερωτική ομάδα που αποτελείται από αντάρτες, ελλοχεύει ο κίνδυνος οι τρομοκρατικές της ενέργειες να νομιμοποιηθούν. Πότε λοιπόν, η βία είναι πόλεμος και πότε τρομοκρατία; Αυτό φαίνεται πως έχει πάψει να αποτελεί ακαδημαϊκό ερώτημα, και ειδικά μετά την 9/11, αποτελεί κατεξοχήν πολιτική απόφαση.

Γράφει ο Λάζαρος Σιάντσης, γεννημένος το 1998, προπτυχιακός φοιτητής του τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Α.Π.Θ. και Διεθνών Σχέσεων του A.C.T.

Σχολιάστε