
Αν το «Πρώτα η Αμερική» (America First) είναι το σύνθημα του Αμερικανού Προέδρου Ντοναλτ Τραμπ για την εξωτερική πολιτική, τότε το «Η Αμερική Επέστρεψε» (America is Back) εύστοχα περιγράφει την προσέγγιση που θα υιοθετήσει ο νικητής των εκλογών του Νοεμβρίου και πρώην Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, μόλις αναλάβει καθήκοντα στις 20 Ιανουαρίου του 2021.
Ο εκλεγμένος Πρόεδρος Τζο Μπάιντεν (Joe Biden) έχει δηλώσει ουκ ολίγες φορές ότι επιθυμεί να αποτινάξει την κληρονομιά του Προέδρου Τραμπ στην εξωτερική πολιτική της χώρας. Ειδικότερα, την υποχώρηση από την παγκόσμια πολιτική σκηνή, την υποτίμηση των παραδοσιακών συμμαχιών και την αποχώρηση από πολυμερείς θεσμούς και συμφωνίες. Ο εκλεγμένος Πρόεδρος Μπάιντεν, έχει ήδη δεσμευτεί στην επαναπροσχώρηση των ΗΠΑ στην Συμφωνία των Παρισιού για το Κλίμα και στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, την πρώτη κιόλας εβδομάδα από την επίσημη ανάληψη των καθηκόντων του. Ο Μπάιντεν έχει γνωστοποιήσει επίσης την πρόθεση του να επιστρέψει στην κοινώς γνωστή Πυρηνική Συμφωνία Ιράν (Iran Nuclear Deal) ή επίσημα Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (Joint Comprehensive Plan of Action), χαρακτηριστικό επίτευγμα του ιδίου υπό την ηγεσία Ομπάμα, παρόλο που το συγκεκριμένο μάλλον θα χρειαστεί περισσότερο χρόνο.
Σε άρθρο που εκδόθηκε νωρίτερα αυτή την χρονιά, με τίτλο «Γιατί η Αμερική Οφείλει να Ηγηθεί Ξανά: Διασώζοντας την Αμερικανική Εξωτερική Πολιτική μετά τον Τραμπ» (Why America Must Lead Again: Rescuing US Foreign Policy after Trump) , ο εκλεγμένος Πρόεδρος Τζο Μπάιντεν δήλωσε ότι ως Πρόεδρος θα λάβει άμεσα μέτρα για να αποκαταστήσει την δημοκρατία στην χώρα και τις συμμαχίες της, θα προστατεύσει το οικονομικό μέλλον της χώρας, και θα οδηγήσει για άλλη μια φορά την Αμερική στα ηνία του πλανήτη. Παρότρυνε τους Αμερικανούς πολίτες να μην φοβηθούν, αλλά να αξιοποιήσουν την δύναμη και την τόλμη που διαθέτουν, με τις οποίες θριάμβευσαν στους δυο Παγκόσμιους Πολέμους και διέλυσαν το Σιδηρούν Παραπέτασμα (Iron Curtain).
Παρά το γεγονός ότι ο Πρόεδρος Τραμπ επαινέθηκε από αρκετούς για την σκληρή του στάση απέναντι στις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές της Κίνας, πολλοί ειδικοί στα εμπορικά ζητήματα και ειδικότερα στις Σινο-αμερικανικές σχέσεις διαβεβαιώνουν πως η μονομερής αντιμετώπιση του Πεκίνου από την διοίκηση Τραμπ και η επιβολή δασμών έχουν επισπεύσει έναν εμπορικό πόλεμο που έχει στοιχίσει πάρα πολλά στους Αμερικανούς αγρότες και καταναλωτές, και πολύ περισσότερο μάλιστα απ’ ότι έχει τιμωρήσει ή αποτρέψει την Κίνα. Πάνω σε αυτό το ζήτημα ο νέο-εκλεγμένος Τζο Μπάιντεν δήλωσε πως οι ΗΠΑ δεν χρειάζεται να γίνουν σκληρές με την Κίνα. Υποστηρίζει, όμως, ότι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να αντιμετωπίσουν την κινεζική προκλητικότητα είναι το να χτίσουν ένα ενωμένο και ισχυρό μέτωπο που θα αποτελείται από συμμάχους και εταίρους, το οποίο θα έρθει αντιμέτωπο με την καταχρηστική συμπεριφορά της Κίνας και τις παραβιάσεις των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Παράλληλα όμως, θα προσπαθήσει να συνεργαστεί με το Πεκίνο σε θέματα οπού τα συμφέροντα των δύο χωρών συγκλίνουν, όπως η κλιματική αλλαγή, η μη διάδοση πυρηνικών και η παγκόσμια ασφάλεια της υγείας.
Παρά το γεγονός ότι ο Τραμπ ακόμη αρνείται να αποδεχτεί τη νομιμότητα των εκλογικών αποτελεσμάτων, ηγέτες από όλο τον κόσμο, καλούν και συγχαίρουν τον εκλεγμένο Πρόεδρο Μπάιντεν, από τον Βρετανό Πρωθυπουργό Μπόρις Τζόνσον, την Γερμανίδα Καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ, τον Γάλλο Πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν, τον Τούρκο Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, έως και τον Κινέζο Πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ. Αν δεν υπάρξουν απρόσμενα κωλύματα, ο εκλεγμένος Πρόεδρος Τζο Μπάιντεν θα αναλάβει τα ηνία στις 20 Ιανουαρίου. Ο ίδιος νιώθει πως ο Πρόεδρος Τραμπ έχει ενθαρρύνει αντίπαλους των ΗΠΑ, όπως τον Ρώσο Πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, έχει θεωρήσει δεδομένους τους υπερατλαντικούς συμμάχους της χώρας από το ΝΑΤΟ και την Ανατολική Ασία και θεωρεί πως χρειάζεται να αποκατασταθούν άμεσα οι παραδοσιακές συμμαχίες της χώρας καθώς και να ενισχυθεί το δημοκρατικό αίσθημα.
Πως θα αλλάξει όμως η προσέγγιση του Μπάιντεν την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ; Θα επιστρέψει στην εποχή Ομπάμα-Μπάιντεν ή είναι πιθανό να διατηρήσει κάποιες από τις πολιτικές και πρακτικές του Προέδρου Τραμπ;
Λαμβάνοντας υπόψιν ότι οι Αμερικανοί πρόεδροι στην προ-Τραμπ εποχή, πίστευαν στις αρχές του διεθνισμού και ειδικότερα σε μια διεθνή τάξη, στην οποία η Αμερική ήταν ηγέτης και μέχρι πρότινος ο ηγέτης, με ισχυρούς διεθνείς θεσμούς, τους οποίους δημιούργησαν οι ΗΠΑ μετά τον Β΄ΠΠ και έπειτα κυριάρχησαν, μπορεί κανείς να πει ότι οι βλέψεις και η προσέγγιση του Biden ακολουθούν το παραδοσιακό αυτό μοντέλο. Παρ ’όλα αυτά ο κόσμος έχει αλλάξει και δεν είναι σίγουρο ότι οι ΗΠΑ μπορούν, ακόμη και να το θέλουν, να πρωτοστατήσουν σήμερα. Αρκετές χώρες παρακολουθούν με ανησυχία τις εξελίξεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ και βλέπουν μια χώρα που έχει αλλάξει. Βλέπουν μια χώρα από την οποία πολλοί θέλουν να διατηρήσουν τις αποστάσεις τους. Συνεπώς το έργο του νέου Προέδρου να χτίσει ξανά αυτά που έχουν γκρεμιστεί, δηλαδή έναν ισχυρό αμερικανικό διεθνισμό και πίστη στις ηγετικές ικανότητες των ΗΠΑ, θα είναι πάρα πολύ απαιτητικό. Ειδικότερα αν σκεφτεί κανείς πως χωρίς την βοήθεια και την θέληση των παραδοσιακών συμμάχων των ΗΠΑ, στους οποίους ο Ντολαντ Τραμπ φέρθηκε άσχημα και τους κατηγόρησε για ένα σορό, αντιμετωπίζοντας τους στην πραγματικότητα χειρότερα από τους αντιπάλους της χώρας, το έργο αυτό της εποικοδόμησης θα δυσχεραίνει. Αν ο Μπάιντεν όμως στα αλήθεια επιθυμεί την ενδυνάμωση των ΗΠΑ, δεν έχει παρά να επαναπροσεγγίσει τις χώρες αυτές. Οι προκλήσεις όμως δεν θα σταματήσουν εκεί. Η Κίνα φυσικά και θα συνεχίσει να είναι πρόκληση, όπως και η Ρωσία, και είτε υπάρξει είτε όχι επιστροφή στο Πυρηνικό Σχέδιο Ιράν (Iran Nuclear Deal), το Ιράν δεν θα πάψει να αποτελεί μεγάλη πρόκληση για τις ΗΠΑ. Ο Νέος Πρόεδρος, υπ’ αυτό το πρίσμα αναμένεται να συνεχίσει κάποιες από τις πολιτικές του Τραμπ αναφορικά με την Κίνα, και ίσως άρει μονάχα τους δασμούς που δεν απέδωσαν. Το ίδιο ισχύει και με την Ρωσία. Είναι πολύ πιθανό οι κυρώσεις που είχαν επιβληθεί στην Ρωσία να συνεχίσουν να ισχύουν. Αυτό που κατά πάσα πιθανότητα θα αλλάξει είναι η ρητορική της νέας διοίκησης απέναντι σε αυτές τις χώρες. Ο λόγος του Μπάιντεν θα μοιάζει περισσότερο με τον λόγο του Ομπάμα, ειδικά μετά το 2014.
Παρόλο που η νέα διοίκηση των ΗΠΑ, χαίρει θερμής υποδοχής, συνοδευμένη από ένα αίσθημα ανακούφισης, η επιφύλαξη και η διστακτικότητα είναι επίσης εμφανείς. Υπάρχει μια αυξανόμενη ανησυχία ότι ο χαρακτήρας της Αμερικανικής εξωτερικής πολίτικής έχει κομματικοποιηθεί υπερβολικά. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει πως η δικομματική συναίνεση πάνω στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής που επικρατούσε επί έτη ήτανε πάντοτε σωστή. Τουλάχιστον όμως τα υπόλοιπα κράτη μπορούσαν να είναι σχεδόν βέβαιοι πως δεν θα υπάρχουν τρομερές αλλαγές από τον ένα πρόεδρο στον επόμενο. Υπήρχε δηλαδή μια σταθερότητα. Ο Ντολαντ Τραμπ αποσύροντας την χώρα από διεθνείς συμφωνίες όμως , έχει αποδείξει το ακριβώς αντίθετο. Και παρόλο που πολλά κράτη υποδέχτηκαν τον Biden θερμά, πάντα θα έχουν στο πίσω μέρος του μυαλού τους την πιθανότητα ο Μπάιντεν να μην προσχωρήσει σε νέες διεθνείς συμφωνίες, λόγω εσωτερικής πίεσης, πυροδοτούμενη από την νέο-διαμορφωθείσα αντίληψη της Αμερικανικής κοινωνίας για τον ρόλο των ΗΠΑ στον κόσμο. Την κληρονομία της εσωστρέφειας, με άλλα λόγια, του Προέδρου Τραμπ.
Μπορεί όμως η κομματικοποίηση του χαρακτήρα της εξωτερικής πολιτικής να επηρεάσει το έργο του νέου Προέδρου, αν υποθέσουμε ότι η Γερουσία παραμείνει στους Ρεπουμπλικάνους ; Κάτι τέτοιο είναι αμφίβολο, ειδικά αν σκεφτεί κανείς πως η εκτελεστική εξουσία, η οποία ανατίθεται στον Πρόεδρο, διαθέτει ευελιξία στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, διαχρονικά τα τελευταία 30-40 χρόνια, έχει εξουσία χωρίς ιδιαίτερους περιορισμούς ειδικά στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Αρκεί κανείς να δει την ευκολία με την οποία ο Πρόεδρος Τραμπ αποχώρησε από την Πυρηνική Συμφωνία Ιράν που είχε σφυρηλατήσει ο Ομπάμα, από συμφωνίες ελέγχου όπλων που είχαν υποστηρίξει και τα δύο κόμματα, όπως και από την Δια-Ειρηνική συνεργασία. Αυτά καταδεικνύουν την ισχυρή εξουσία που διαθέτει ο Πρόεδρος. Και αυτό όμως είναι το πρόβλημα, διότι αν θέλεις να πείσεις τις άλλες χώρες ότι διαθέτεις πολιτικές οι οποίες μπορούν να ξεπεράσουν χρονικά την προεδρία σου, πρέπει να είσαι ικανός να βρεις τρόπο να δημιουργήσεις την αίσθηση ότι θα υπάρξει συνέχεια. Χωρίς όμως τον ενεργό ρόλο του Κογκρέσου και την στενή συνεργασία του Νέου Προέδρου τουλάχιστον για τα θέματα της εξωτερικής πολιτικής, αυτή η αίσθηση σταθερότητας και συνέχειας δεν μπορούν να υπάρξουν. Τα εγχώρια ζητήματα, από την άλλη, είναι μια εντελώς διαφορετική περίπτωση. Εκεί θα είναι πολύ πιο δύσκολο για τον Νέο Πρόεδρο να περάσει νέα μεγαλόπνοη νομοθεσία για ζητήματα, όπως η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη (π.χ. Obamacare), εάν οι Ρεπουμπλικάνοι ελέγχουν την Γερουσία ξανά.
O νέοεκλεγμένος Πρόεδρος Τζο Μπάιντεν θα έρθει αντιμέτωπος με μια πληθώρα εγχώριων κρίσεων, όπως για παράδειγμα την πανδημία του κορονοϊού και την οικονομική ύφεση, με το που πατήσει το πόδι του στον Λευκό Οίκο. Έχει όμως σηματοδοτήσει μια πιο ισχυρή και δυναμική εξωτερική πολιτική. Το σίγουρο είναι ότι εν καιρώ θα είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε επαρκέστερα το έργο του Νέου Προέδρου και τις όποιες αλλαγές στον τόνο αλλά και στην ουσία της Αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Γράφει ο Λάζαρος Σιάντσης, γεννημένος το 1998, προπτυχιακός φοιτητής Πολιτικών Επιστημών στο Α.Π.Θ. και Διεθνών Σχέσεων στο Αμερικανικό Κολλέγιο Θεσσαλονίκης.