
Τους τελευταίους μήνες, με αφορμή την απόδοση ευθυνών για την τραγωδία που έλαβε χώρα στα Τέμπη τον περασμένο Μάρτιο, υπάρχει μεγάλη συζήτηση γύρω από τον θεσμό της λεγόμενης «βουλευτικής ασυλίας», την αναγκαιότητα ή μη ύπαρξής της και τις παθογένειες που ο θεσμός αυτός διαχρονικά φαίνεται να έχει.
Το διαδικτυακό ψήφισμα που ζητάει την έναρξη των διαδικασιών για την αναθεώρηση του Συντάγματος, την ενεργοποίηση του νόμου περί ευθύνης Υπουργών και την κατάργηση της βουλευτικής ασυλίας, όταν προκύπτει ποινική ευθύνη πολιτικών προσώπων, επανέφερε στον δημόσιο διάλογο την αμφισβήτηση του «ακαταδίωκτου» των εν ενεργεία βουλευτών. Έχοντας ξεπεράσει το 1.300.000 υπογραφές πολιτών που ζητούν να αποδοθεί δικαιοσύνη για τα τραγικά αποτελέσματα μιας ανεπαρκούς χρόνιας διοίκησης, η ελληνική πολιτική κοινότητα πρέπει να βρεθεί ενώπιον των απαιτήσεων των πολιτών που της έδωσαν την εξουσία που εκείνη διαθέτει σήμερα.
Για να γίνει περισσότερο κατανοητή η έννοια της ασυλίας και το τί πραγματικά σημαίνει πρέπει να ανατρέξουμε σε συγκεκριμένα άρθρα του Συντάγματος. Συγκεκριμένα, από το 1864, στην Ελλάδα αναγνωρίζονται στους βουλευτές δύο προνόμια, που αποτελούν τις λεγόμενες «βουλευτικές ασυλίες», έναν όρο, όμως, που το Σύνταγμα δεν αναφέρει πουθενά. Αντίθετα, στο Σύνταγμα γίνεται λόγος για το «Ανεύθυνο» και το «Ακαταδίωκτο» των βουλευτών. Αρχικά, αναφερόμενοι στο ανεύθυνο (άρθρο 61), πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι ο όρος δεν υποδηλώνει αυτό που υποδηλώνει συνήθως στην καθομιλουμένη. Με το ανεύθυνο γίνεται λόγος για το δικαίωμα ελευθερίας λόγου, σκέψης, έκφρασης, ψήφου και επιλογών του βουλευτή. Με άλλα λόγια, επιτρέπεται στους βουλευτές να εκφράσουν την γνώμη τους, να τοποθετηθούν ή να ψηφίσουν κατά συνείδηση, χωρίς να βρίσκονται υπό τον φόβο των ποινικών διώξεων, το οποίο αποτελεί βασικό πυλώνα του Δημοκρατικού Πολιτεύματος.
Περνώντας στο ακαταδίωκτο (άρθρο 62) ξεκινάει η συζήτηση για το πόσο θεμιτό είναι ή κατά πόσο υπονομεύει την απόδοση της δικαιοσύνης. Η αμφισβήτηση έχει ως αφετηρία της την οπτική της άνισης μεταχείρισης απέναντι στον νόμο και το γεγονός ότι το ακαταδίωκτο λειτουργεί ως προνομιακό καθεστώς που έρχεται σε αντίθεση με τις θεμελιώδεις αρχές που πολιτεύματος της χώρας. Το Σύνταγμα αναφέρει ότι «όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος ο βουλευτής δεν διώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με άλλο τρόπο περιορίζεται χωρίς άδεια του Σώματος. Επίσης δεν διώκεται για πολιτικά εγκλήματα βουλευτής της Βουλής που διαλύθηκε, από τη διάλυσή της και έως την ανακήρυξη των βουλευτών της νέας Βουλής». Ουσιαστικά, για να ασκηθεί ποινική δίωξη κατά βουλευτή και να συλληφθεί ή να κρατηθεί, απαιτείται προηγουμένως να δοθεί άδεια από την Βουλή, με εξαίρεση τα αυτόφωρα κακουργήματα. Το πρόβλημα προκύπτει από την παρερμηνεία του παραπάνω άρθρου του Συντάγματος, καθώς αποτελεί συνήθη τακτική στην ελληνική κοινοβουλευτική πρακτική να μην αίρεται η βουλευτική ασυλία και να ισχύει το ακαταδίωκτο των βουλευτών σχεδόν για οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη τέλεσαν. Το παραπάνω γεγονός αποδεικνύεται από την σπανιότητα άρσης ασυλίας με άδεια της Βουλής, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το ότι από τα 831 αιτήματα για άρση ασυλίας βουλευτών από το 1974 ως το 2006 έγιναν δεκτά μόνο το 17.
Απόρροια της πρακτικής αυτής των μελών του ελληνικού κοινοβουλίου, αλλά και κοινοβουλίων άλλων κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, στα οποία εντοπίζονται επίσης όμοιες διατάξεις σχετικές με την προστασία των βουλευτών, ήταν να αποτελέσουν στόχο της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εντός του πλαισίου εξέτασης προσφυγών παραβίασης του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, περί κατοχύρωσης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη.
Παρ΄ όλα αυτά, αξίζει να σημειωθεί ότι το ακαταδίωκτο δεν συνεπάγεται την οριστική αδυναμία δίωξης της αξιόποινης πράξης που ενδεχομένως τέλεσε ο βουλευτής, αλλά περιορίζει χρονικά την αναστολή της δίωξής του, για το διάστημα της βουλευτικής περιόδου. Επιπλέον, δεν υφίσταται προστασία του βουλευτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, με αποτέλεσμα να δύναται το δικαίωμα να εγερθούν σε βάρος του αγωγές ιδιωτικής φύσεως, εφόσον δεν μπορούν να καταλήξουν σε στέρηση της ελευθερίας του.
Εν κατακλείδι, σίγουρα η βούληση του συντακτικού νομοθέτη του θεσμού της βουλευτικής ασυλίας, στόχευε στην ενίσχυση της ανεξαρτησίας του βουλευτή, στην άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων του χωρίς κωλύματα, καθώς και στην προστασία του από αυθαίρετες και τυχόν εκβιαστικές διώξεις με δόλο. Ωστόσο, ο στρεβλός τρόπος εφαρμογής της συνταγματικής αυτής διάταξης σήμερα οδηγεί στην αδυναμία δίωξης βουλευτών. Τα παραπάνω δύναται να αποτελέσουν την αφετηρία εκκίνησης των διαδικασιών αναθεώρησης του άρθρου 62 του Συντάγματος και όχι της πλήρους κατάργησής του. Σκοπός είναι να λάβει χώρα ο εκσυγχρονισμός του θεσμού και ο εξορθολογισμός του, μέσα από την ρητή διατύπωση των προϋποθέσεων για τη μη άρση της ασυλίας των βουλευτών, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Θεμιτός θα ήταν, επίσης, και ο περιορισμός του εύρους της ευχέρειας των βουλευτών να αποφασίζουν – σχεδόν – πάντοτε αρνητικά για την άρση της ασυλίας, γεγονός που θα επιτυγχανόταν, ίσως, εάν η συνταγματική διάταξη επέτρεπε την δίωξη του βουλευτή, εκτός αν αποφάσιζε διαφορετικά η Βουλή.
Γράφει η Δήμητρα Ευθυμιάδου, Πολιτική Επιστήμονας – Επικοινωνιολόγος ΜΑ