ΠΩΣ ΟΙ ΔΑΣΜΟΙ ΤΟΥ TRUMP ΑΠΕΙΛΟΥΝ ΜΕ ΝΕΟ ΚΥΜΑ ΥΦΕΣΗΣ;

Από τις 2 Απριλίου η παγκόσμια κοινότητα έγινε μάρτυρας της απόφασης της Κυβέρνησης του Ντοναλντ Τράμπ, να «βομβαρδίσει» με πρόσθετους δασμούς, περισσότερες από εκατό χώρες, με τις οποίες διατηρεί εμπορικές σχέσεις. Φυσικά, το φαινόμενο της υπερφορολόγησης εισαγόμενων προϊόντων δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία, καθώς αποτελούσε πάγια οικονομική πολιτική του Τράμπ, από την πρώτη περίοδο διακυβέρνησής του, καθώς ο ίδιος πιστεύει ότι με τον τρόπο αυτό θα καταφέρει να εξισορροπήσει το εμπορικό ισοζύγιο της Αμερικής με τους εταίρους της – μειώνοντας το χάσμα μεταξύ της αξίας των εισαγωγών και των εξαγωγών που πραγματοποιούν οι ΗΠΑ από/προς τρίτες χώρες. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι οι ΗΠΑ είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ξένων προϊόντων σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά παράλληλα αποτελεί και την χώρα με το μεγαλύτερο έλλειμα εμπορικών αγαθών, με τις εισαγωγές της να ξεπερνούν τις εξαγωγές που κάνει.

Τί είναι όμως οι δασμοί αυτοί και πώς λειτουργούν; Οι δασμοί που επιβάλλονται στα εισαγόμενα αγαθά από τρίτες χώρες αποτελούν έμμεσους φόρους, οι οποίοι συνήθως αντιστοιχούν σε ένα ποσοστό της αξίας του εκάστοτε προϊόντος. Οι επιχειρήσεις, που ανήκουν στην χώρα που επιβάλλει τους δασμούς, όταν εισάγουν προϊόντα από το εξωτερικό καταβάλλουν τον εν λόγω φόρο στην κυβέρνηση ή προς δική τους διευκόλυνση μετακυλούν αυτόν τον φόρο προς τους καταναλωτές, αυξάνοντας δηλαδή την τιμή του προϊόντος και με το κέρδος αυτό πληρώνουν το ποσοστό που αναλογεί στον φόρο. Αυτόματα πλήττεται είτε η επιχείρηση είτε ο πολίτης-καταναλωτής και κατ’ επέκταση κάνουν την εμφάνισή τους φαινόμενα πληθωρισμού. Παρόμοια αποτελέσματα μπορεί να επιφέρει και η απόφαση των επιχειρήσεων να εισάγουν λιγότερα ξένα προϊόντα, άμεση απόρροια του οποίου θα είναι η αύξηση των τιμών των εγχώριων προϊόντων και κατ’ επέκταση η πτώση της αγοραστικής δύναμης των Αμερικάνων καταναλωτών. Φυσικά, δεν θα είναι αμελητέο και το πλήγμα που θα δεχτούν οι ΗΠΑ στις εξαγωγές τους, εφόσον οι χώρες που δέχονται την δασμολογική πολιτική του Τράμπ, απαντήσουν με δασμούς το ίδιου βεληνεκούς στα προϊόντα που αυτές εισάγουν από τις ΗΠΑ.

 Η επικινδυνότητα της άσκησης πολιτικής σε συνθήκες εμπορικού πολέμου έγινε ακόμα πιο εμφανής, όταν εμφανίστηκαν σοβαρές διαφωνίες στο εσωτερικό των Ρεπουμπλικάνων και ακόμα περισσότερο στον ίδιο τον κύκλο του Προέδρου Τράμπ. Αρνούμενος, λοιπόν, να δει ότι η δασμολογική πολιτική του δύναται να επιφέρει σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις τόσο για την ίδια την αμερικανική οικονομία, όσο και για την παγκόσμια οικονομική κοινότητα προκαλώντας ύφεση, ο Τράμπ προέβη αρχικά σε ένα 10% γενικών δασμών σε όλα ανεξαιρέτως τα εισαγόμενα προϊόντα, με το ποσοστό αυτό να πολλαπλασιάζεται για τις χώρες που θεωρεί εμπορικά «εχθρικές» προς τις ΗΠΑ. Συγκεκριμένα, οι στοχευμένοι Δασμοί που επεβλήθησαν ήταν 34% στην Κίνα, 20% στην ΕΕ, 10% στο Ηνωμένο Βασίλειο, 24% στην Ιαπωνία και 25% σε όλα τα εισαγόμενα αυτοκίνητα, με εξαιρέσεις σε προϊόντα, όπως φάρμακα και πρώτες ύλες. Αυξημένο ενδιαφέρον έχει προκαλέσει και το γεγονός ότι από την λίστα των δασμών απουσιάζει η Ρωσία, η οποία αν και δεν είναι από τους σημαντικότερους εταίρους των ΗΠΑ στο εμπόριο, εξακολουθεί να έχει περισσότερη συνεργασία μαζί τους, σε σχέση με άλλες χώρες που βρίσκονται στην λίστα, όπως το Μπρουνέι. Το γεγονός αυτό προκαλεί ανησυχία, καθώς πίσω από την επιλογή εξαίρεσης στους δασμούς σίγουρα υπάρχει ένα κλίμα πιο ισχυρής συνεργασίας από αυτή που ήδη φαινόταν να υπάρχει μεταξύ ΗΠΑ-Ρωσίας, σχετικά με την πρόσφατη στάση των Αμερικάνων στον Ρωσο-Ουκρανικό πόλεμο που μαίνεται από τον Φεβρουάριο του 2022.                                                     

Όσον αφορά την Κίνα, από σήμερα 9 Απριλίου έχουν τεθεί νέοι δασμοί ύψους 104% στα εισαγόμενα προϊόντα από την Κίνα, γεγονός που προκλήθηκε από την απάντηση του Πεκίνου στους πρώτους δασμούς που επεβλήθησαν (34%, που προστέθηκαν στους δασμούς 20% που ίσχυαν ήδη), το οποίο αύξησε κι εκείνο με την σειρά του τους δασμούς στα δικά του εισαγόμενα προϊόντα από τις ΗΠΑ. Ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας δεν είναι πρωτοφανής, καθώς οι σχέσεις τους βρίσκονταν επί ξηρού ακμής τις τελευταίες δεκαετίες, βλ. Η.Π.Α. – ΓΕΡΜΑΝΙΑ – ΚΙΝΑ: Το συγκρουσιακό τρίπτυχο του διεθνούς εμπορίου.

Πέρα από την γεωπολιτική αντιπαλότητα των δύο υπερδυνάμεων, η Κίνα την τελευταία εικοσαετία έχει σημειώσει αυξανόμενα εμπορικά πλεονάσματα έναντι των ΗΠΑ. Συγκεκριμένα το 2024 η Κίνα κατέγραψε παγκόσμιο εμπορικό πλεόνασμα αγαθών περίπου 1 τρισ. δολάρια, εδραιώνοντας τη θέση της ως ο κορυφαίος εξαγωγέας βιομηχανικών αγαθών στον κόσμο, ενώ αντίθετα οι ΗΠΑ εμφάνισαν έλλειμμα στο εμπόριο αγαθών ύψους 1,2 τρισ. Δολαρίων. Ο Τραμπ πιστεύει ότι τα πλεονάσματα της Κίνας λειτούργησαν καταστροφικά για την αμερικανική οικονομία, τόσο για τις βιομηχανίες, όσο και για τις θέσεις εργασίας γενικότερα. Άλλωστε, πριν κάποια χρόνια  ο Αμερικανός Πρόεδρος κατηγόρησε ευθέως την ταχύτατα αναπτυσσόμενη Κίνα για αθέμιτο ανταγωνισμό και για χειραγώγηση του Κινεζικού νομίσματος, ενώ είχε δήλωσε ανοιχτά ότι δεν φοβάται έναν εμπορικό πόλεμο, με ξεκάθαρο σκοπό του την μείωση του εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ, με το να περιορίσει τις εισαγωγές και να αναγκάσει τους κατασκευαστές να μεταφέρουν την παραγωγή στις ΗΠΑ.                                                                                                                

Εν κατακλείδι, υπό αυτές τις συνθήκες και έχοντας σήμερα αυτά τα δεδομένα στην παγκόσμια οικονομία, οι οικονομολόγοι ανά τον κόσμο προειδοποιούν για τον κίνδυνο της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης και της αποσταθεροποίησης του διεθνούς εμπορίου, που ελλοχεύει πίσω από τις υπερμεγέθεις δασμολογικές πολιτικές των ΗΠΑ. Η υιοθέτηση της στρατηγικής του προστατευτισμού σε ακραίο επίπεδο, αντί να προστατεύει τις οικονομίες και τις βιομηχανίες, δύναται να επιφέρει μεγαλύτερη ανασφάλεια και αστάθεια, οδηγώντας αναμφισβήτητα σε πιο αδύναμες διεθνείς σχέσεις, αγνοώντας την πολυμερή συνεργασία, που αποτελεί τον θεμέλιο λίθο για την υγιή ανταγωνιστικότητα και την βιώσιμη ανάπτυξη.

Γράφει η Δήμητρα Ευθυμιάδου, Πολιτική Επιστήμονας – Επικοινωνιολόγος ΜΑ

Σχολιάστε