
Η υπερπληθώρα πληροφοριών και ειδήσεων αναφορικά με το Brexit,την απόφαση δηλαδή του Ηνωμένου Βασιλείου να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση, έχει καταστήσει το θέμα ομολογουμένως δυσνόητο και περίπλοκο. Στο συνεκτικό αυτό άρθρο, θα αποδοθεί εν συντομία το χρονικό του φαινομένου αυτού που απασχολεί τα τελευταία χρόνια την ευρωπαϊκή και παγκόσμια σκηνή.
Η πάλαι ποτέ απόλυτη ηγεμονική υπερδύναμη, με αποικίες διασκορπισμένες σε ολόκληρο τον πλανήτη, έγινε μέλος της Ε.Ε. ( γνωστή τότε ως Ε.Ο.Κ.) το 1973. Έκτοτε η σχέση της νήσου με την υπόλοιπη γηραιά ήπειρο παραμένει “ιδιαίτερη’’.
Το δημοψήφισμα, που διεξήχθη την Πέμπτη της 23ης Ιουνίου του 2016, έθεσε το ερώτημα στους συμμετέχοντες εάν το Η.Β. θα έπρεπε να παραμείνει ή να αποχωρήσει από την Ε.Ε. Το οριακό αποτέλεσμα ( 52% ΥΠΕΡ της εξόδου-17.4 εκατ. ψήφοι και 48% ΚΑΤΑ της εξόδου-16.1 εκατ. ψήφοι ) οδήγησε στην επίσημη ενεργοποίηση του άρθρου 50 της Συνθήκης της Ε.Ε. και στην απόφαση της εξόδου.
Η αποχώρηση είχε προγραμματιστεί για τις 29 Μαρτίου του 2019, αλλά συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών να μετατεθεί η ημερομηνία.
Από το 2016 έως και σήμερα αμέτρητες διαπραγματεύσεις έχουν λάβει χώρα μεταξύ του Η.Β. και χωρών της Ε.Ε. Το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων αφορά κυρίως στην συμφωνία του «διαζυγίου», η οποία θέτει επακριβώς τους όρους με τους οποίους το Η.Β. θα αποχωρήσει από την Ε.Ε.
H Συμφωνία Αποχώρησης καλύπτει κάποια από τα εξής σημεία-κλειδιά:
-Πόσα χρήματα θα χρειαστεί να πληρώσει το Η.Β. προκειμένου να σπάσει τον δεσμό με
την Ε.Ε. ;
-Τι θα συμβεί στους Βρετανούς πολίτες που ζουν στην Ε.Ε. και αντίστοιχα τι θα
συμβεί στους πολίτες της Ε.Ε. που ζουν και εργάζονται στο Η.Β.;
-Πως θα αποφθεχθεί η επιστροφή ενός φυσικού συνόρου ανάμεσα στην Βόρεια
Ιρλανδία και στο κράτος της Ιρλανδίας, όπου θα συνορεύει το Ηνωμένο Βασίλειο
και η Ευρωπαϊκή Ένωση;
Προκειμένου να επεξεργαστούν και να συμφωνήσουν σε μια εμπορική συμφωνία και να δώσουν στις επιχειρήσεις τον αναγκαίο χρόνο για προσαρμογή στις νέες συνθήκες, τα δύο μέρη αποφάσισαν να αφήσουν μια μεταβατική περίοδο. Αυτό σημαίνει ότι εάν η Συμφωνία Απόσυρσης λάβει το πράσινο φώς, τότε δεν θα υπάρξουν μεγάλες αλλαγές ανάμεσα στην ημερομηνία του Brexit και την 31 Δεκέμβρη του 2020.
Άλλο ένα, μικρότερο, έγγραφο έχει επίσης συνταχθεί το οποίο παρέχει μια επισκόπηση του πως θα διαμορφωθεί η μελλοντική σχέση Η.Β. και Ε.Ε. σε βάθος χρόνου. Αυτό το έγγραφο ονομάζεται πολιτική διακήρυξη. Πάραυτα, καμία από τις δύο πλευρές δεν οφείλει να υπακούσει στο περιεχόμενο του εγγράφου αυτού. Δεν έχει, με άλλα λόγια, δεσμευτικό χαρακτήρα, απλώς θέτει τα θεμέλια μελλοντικών συζητήσεων.
Η συμφωνία, στην οποία κατέληξαν, οι δύο πλευρές τον Νοέμβριο του 2018, έπρεπε πρώτα να εγκριθεί από το Βρετανικό Κοινοβούλιο προκειμένου να τεθεί σε ισχύ. Καταψηφίστηκε, όμως, τρείς φορές. Η τελευταία φορά που τέθηκε σε ψηφοφορία ήταν στις 29 Μαρτίου του 2019, την ημέρα δηλαδή που είχε προγραμματιστεί η τελική έξοδος από την Ε.Ε. Το παραπάνω στρίμωξε την πρωθυπουργό Τερέζα Μέι , η οποία οφείλει να δηλώσει τι προτίθεται να κάνει μέχρι τις 12 του Απρίλη, διαφορετικά αυτή θα είναι και η ημέρα του Brexit. H Μέι δηλώνει πως σκοπεύει να ζητήσει από την Ε.Ε. μια ακόμη παράταση, η οποία όμως δεν θα πρέπει να ξεπεράσει την ημερομηνία των ερχόμενων ευρωεκλογών της 26ης Μαΐου , διότι θα απαιτείται η συμμέτοχή του Ηνωμένου Βασιλείου σε αυτές, καθώς αποτελεί ακόμα τυπικά μέρος της Ένωσης. Αν κάτι δεν αλλάξει, το Η.Β. οφείλει να αποχωρήσει χωρίς συμφωνία( “no deal” exit).
H Τερέζα Μέι, προκειμένου να ξεπεράσει τα εμπόδια και να βρει μια διέξοδο, ήρθε σε επαφή με τον αρχηγό του Εργατικού Κόμματος, Τζέρεμι Κόρμπιν, στις 3 Απριλίου. Οι συναντήσεις , όμως, οφείλουν να συνεχιστούν ώστε να συμφωνήσουν σε ένα νέο πλάνο, το οποίο θα θέσουν προς ψήφιση στις 10 Απριλίου. Η Ε.Ε. προγραμμάτισε έκτακτη συνάντηση την ίδια ημέρα.
Το νέο αυτό σχέδιο θα πρέπει να λάβει υπόψη όλα εκείνα τα παράπονα εναντίον των προηγούμενων συμφωνιών προκειμένου να υπερψηφισθεί. Ένας από τους κύριους λόγους, αν όχι ο μεγαλύτερος, που καταψηφίστηκαν οι προηγούμενες συμφωνίες αφορούσε κατά κόρον τα Ιρλανδικά σύνορα.
Και οι δύο πλευρές θέλουν να αποφύγουν την επιστροφή σε σκληρά σύνορα και κανονιστικούς ελέγχους, έτσι κάτι που ονομάστηκε backstop (ένας εναλλακτικός μηχανισμός ασφαλείας) που διασφαλίζει ότι τα σύνορα θα παραμείνουν σχετικά ανοιχτά ανάμεσα στην Ιρλανδία και την Βόρεια Ιρλανδία, όποια και αν είναι η πορεία των διαπραγματεύσεων για το Βrexit, συμπεριλήφθη στην συμφωνία . Αυτό, με άλλα λόγια, σημαίνει ότι η Β. Ιρλανδία, αλλά όχι το υπόλοιπο του Η.Β., θα πρέπει να ακολουθεί ακόμη κάποιος ευρωπαϊκούς κανονισμούς. Αυτό έχει εξαγριώσει κάποιους βουλευτές οι οποίοι κάνουν λόγο για μελλοντική αδυναμία του Η.Β. να άρει αυτό το καθεστώς χωρίς την άδεια της Ε.Ε. ,ερχόμενοι σε σύγκρουση με αυτούς που προτιμούν το Ηνωμένο Βασίλειο να παραμείνει στενός συνεργάτης της Ε.Ε. Έτσι στις 11 Μαρτίου , η Μει και η Ε.Ε. εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση ,με σκοπό να πείσουν τους Βουλευτές, ότι εάν ποτέ το καθεστώς backstop εφαρμοστεί, θα έχει μονάχα προσωρινό χαρακτήρα. Η συμφωνία όμως και πάλι καταψηφίστηκε.
Πολλοί είναι αυτοί ακόμα, που απορούν εάν υπάρχει πλέον χρόνος για ακύρωση του Brexit. Παρά το γεγονός ότι είναι γραπτός νόμος ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα αποχωρήσει οριστικά στις 12 Απριλίου, το Δικαστήριο της Ε.Ε. έχει δηλώσει πως έαν το Η.Β. το επιθυμεί, μπορεί να ακυρώσει ολοκληρωτικά το Βrexit , ακόμα και δίχως την συγκατάθεση των άλλων κρατών. Κάτι τέτοιο, όμως, είναι απίθανο να συμβεί από πολιτική άποψη.
Γράφει ο Λάζαρος Σιάντσης, γεννημένος το 1998, προπτυχιακός φοιτητής του τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Α.Π.Θ και Διεθνών Σχέσεων του A.C.T.