Πρόσφυγες και Μετανάστες: Οι βασικότερες περίοδοι μετανάστευσης Ελλήνων στο εξωτερικό πριν την Μεταπολίτευση.

Είναι γνωστό πως ο 19ος και ιδιαίτερα ο 20ος αιώνας χαρακτηρίζονται ως αιώνες των μετακινήσεων, αλλά και των προσφύγων. Παρά το γεγονός ότι υπήρξαν πολυάριθμα κύματα προσφύγων καθ’ όλη την διάρκεια των αιώνων, δεν υπήρχε συγκεκριμένο «προσφυγικό πρόβλημα», μέχρι την εμφάνιση σταθερών και κλειστών κρατικών συνόρων στα τέλη του 19ου αιώνα. Έτσι λοιπόν, οι πρόσφυγες έγιναν η σημαντικότερη κοινωνική, πολιτική και νομική κατηγορία του 20ού αιώνα. Πολλές μελέτες έχουν διεξαχθεί πάνω στην διερεύνηση του προσφυγικού αλλά και του μεταναστευτικού φαινομένου, κυρίως τον 20ό αιώνα, στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο.

  • Ο όρος «Μετανάστης»

Η Μετανάστευση (immigration), τόσο κατά τις κοινωνικές επιστήμες όσο και κατά το Διεθνές Δίκαιο, ορίζεται ως η μετακίνηση ανθρώπων σε μία χώρα της οποίας δεν έχουν την ιθαγένεια, προκειμένου να εγκατασταθούν εκεί. Το μεταναστευτικό φαινόμενο είναι πολυδιάστατο, καθώς μπορεί να οφείλεται σε πολιτικούς, οικονομικούς ή κοινωνικούς παράγοντες.

Πιο συγκεκριμένα οι μετανάστες είναι άνθρωποι που εγκαταλείπουν με ή χωρίς τη θέλησή τους την πατρίδα τους για να αναζητήσουν αλλού νέες ευκαιρίες ή ασφαλέστερες και καλύτερες προοπτικές. Επομένως, ο  όρος «μετανάστης» είναι ευρύς και μπορεί να περιλαμβάνει τους αιτούντες άσυλο, τους πρόσφυγες, τα εσωτερικά εκτοπισμένα άτομα,  τους μετανάστες εργαζόμενους και τους παράνομους μετανάστες.

  • Ο όρος «Πρόσφυγας»

Ο όρος πρόσφυγας, σύμφωνα και με τον Μεταναστευτικό Κώδικα (Ν. 4251/2014) συμπεριλαμβάνει τα πρόσωπα, πολίτες τρίτης χώρας ή μη ιθαγενείς, οι οποίοι δικαιολογημένου φόβου διώξεως, βρίσκονται εκτός της χώρας της οποίας έχουν την υπηκοότητα. Ο φόβος δίωξης μπορεί να αφορά τη φυλή, τη θρησκεία, την εθνικότητα, τις πολιτικές πεποιθήσεις, ακόμα και απειλή ζωής λόγω πολέμου. Κατά την είσοδό τους (παράνομη συνήθως) και έως ότου  να τους αναγνωρισθεί νομικά η ιδιότητα του πρόσφυγα από μία χώρα, βρίσκονται κυρίως υπό το καθεστώς του «αιτούντος άσυλο».

Χαρακτηριστικό παράδειγμα μετανάστευσης αποτελεί η Ελλάδα

Η ελληνική υπερπόντια μετανάστευση στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου είχε ως βασικό προορισμό τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, ενώ σχετικά λίγοι ήταν οι Έλληνες που επέλεγαν να ταξιδέψουν στις υπόλοιπες χώρες της αμερικανικής Ηπείρου. Συνολικά κατά την περίοδο ανάμεσα στη δεκαετία του 1890 και αυτή του 1920 γύρω στο μισό εκατομμύριο Έλληνες μετανάστευσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και ένα ποσοστό 60% ανάμεσά τους παρέμεινε εγκατεστημένο εκεί μετά τη χρονολογία αυτή. (πληθυσμός 1889: 2.187.208, πληθυσμός 1920: 5.536.375).

Το μεγάλο ποσοστό των επιστροφών δεν είναι περίεργο διότι η μετανάστευση για πολλούς Έλληνες αποτελούσε βραχυπρόθεσμη στρατηγική με στόχο να τους ανακουφίσει από τις οικονομικές δυσκολίες ή να βελτιώσει το βιοτικό τους επίπεδο. Μόνο μετά τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η προοπτική μιας μόνιμης εγκατάστασης αντιμετωπίστηκε από πολύ περισσότερους Έλληνες εξαιτίας της οικονομικής άνεσης που απέκτησαν και των επιτυχιών που γνώρισαν στο Νέο Κόσμο. Οι αιτίες ήταν κυρίως :

Α) εύρεση εργασίας εκεί όπου υπήρχαν ευκαιρίες.

Β) κοινωνικοοικονομικές συνθήκες στους τόπους από τους οποίους ξεκινούσαν οι μετανάστες.

Γ) επιθυμία και δυνατότητα των μεταναστών να φύγουν.

(Κιτροέφ Αλέξανδρος, «Η υπερατλαντική μετανάστευση» στο Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, στο Χρήστος Χατζηιωσήφ (επιμ.), τόμ. Α1: Οι απαρχές 1900-1922, Βιβλιόραμα, Αθήνα 1999, σελ.123-171.

Σημαντικό κύμα μετανάστευσης από την Ελλάδα στο εξωτερικό, κυρίως στις Ευρωπαϊκές χώρες, υπήρξε και μετά το τέλος του Β’ Π.Π. και στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου. Ιδιαίτερα ραγδαία υπήρξε η αύξηση του ετήσιου όγκου της μετανάστευσης ιδιαίτερα μετά το 1960.  Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδας, από το 1955 έως το 1977 μετανάστευσαν στην Γερμανία 637.925 άτομα, τα οποία συνιστούν το 51,6% της ελληνικής μετανάστευσης για την ίδια περίοδο. Άμεσο αντίκτυπο της παραπάνω ραγδαίας μετανάστευσης ήταν το δημογραφικό πρόβλημα, το οποίο έγινε εμφανές κυρίως στην τριετία 1963-1965. Στις 31 Μαρτίου 1960, Ελλάδα και Δυτική Γερμανία υπέγραψαν τη διμερή συμφωνία «Περί μεσολαβήσεως προς τοποθέτηση εργαζομένων», γεγονός που ευνόησε την μετανάστευση του ελληνικού εργατικού δυναμικού προς τις αγορές της Γερμανίας.

Μετά το 1960 λοιπόν, η Γερμανία ήταν ο κύριος προορισμός εργατικής μετανάστευσης των Ελλήνων. Η Έτσι η Δυτική Γερμανία είχε το μεγαλύτερο ποσοστό Ελλήνων μεταναστριών και μεταναστών από όλα τα ευρωπαϊκά κράτη. Αξίζει να σημειωθεί πως το μεγαλύτερο ποσοστό των μεταναστών αυτών, προέρχονταν από την βόρεια Ελλάδα, τη Θεσσαλία και την Κρήτη.

Στόχος όλων των μεταναστών, σε κάθε εποχή και προς κάθε χώρα, είναι να καταφέρουν να βελτιώσουν την ποιότητα της ζωής τους. Συγκεκριμένα οι Έλληνες μετανάστες της Ψυχροπολεμικής εποχής είχαν ως στόχο τους, να θεραπεύσουν, έστω και βραχυπρόθεσμα, τα δικά τους μεταπολεμικά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα. Τέτοια προβλήματα είναι παραδείγματος χάρη η ανεργία, το βιωτικό τους επίπεδο, η έλλειψη συναλλαγματικών αποθεμάτων και το παθητικό ισοζύγιο πληρωμών της χώρας.

Γράφει η Δήμητρα Ευθυμιάδου, γεννημένη το 1998, ούσα προπτυχιακή φοιτήτρια του τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Σχολιάστε